You Are Here: Home » Uncategorized » Σε μια δροσερή πηγή και σε ένα καφενείο

Σε μια δροσερή πηγή και σε ένα καφενείο


Το καφενείο ογδοντα επτά ετών, οι ιδιοκτήτες ογδόντα πέντε

καφενείο

Στη Δροσοπηγή των Μαστοροχωρίων ο μπάρμπα – Χρήστος έπιασε τον έρωτα σε μια δροσερή πηγή. Εκεί, βρήκε το μάστορα του σε μια μορφωνιά που τη ‘λέγαν Μόρφω, αφού τον γέλασε με το ευρωπαϊκό φόρεμα και τα καλτσάκια που φορούσε. Από το 1953 γελάει με την ψυχή του που την παντρεύτηκε και χάρη σ’ αυτό δεν τη χώρισε ποτέ. Είναι ογδόντα πέντε χρονών σήμερα αλλά, απ’ ότι φαίνεται, θα μείνει χωρίς ρυτίδες μέχρι τα 90. Και η γυναίκα του είναι ογδόντα πέντε χρονών “θηρίο” και ο άντρας της λέει ότι έχει εννιά ψυχές.

Ο μπάρμπα-Χρήστος πήρε το καφενείο απ’ τον πατέρα του το 1957, ο οποίος το πήρε απ’ τους παππούδες του το 1925, οι οποίοι δεν το πήραν από κανέναν το 1850. Ήταν εκείνοι οι πρώτοι οι οποίοι άνοιξαν το αυθεντικό καφεπαντοπωλείο, που τελευταία έχει αφεντικό την κυρα-Μόρφω.  Ο μπάρμπα – Χρήστος είναι ο υπάλληλος στο μαγαζί και τόσα χρόνια δεν έχει απολυθεί, άρα πρέπει να κάνει πολύ καλά τη δουλειά του.

Τούτο το καφενείο στην Δροσοπηγή είχε μπόλικη δουλειά στις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα. Οι θαμώνες χαρτόπαιζαν καθημερινά από το βράδυ μέχρι το πρωί, ενώ όλη τη νύχτα ο μπάρμπα – Χρήστος έψηνε κρέατα. Σουβλάκια, κοκορέτσια και τασ-κεμπάπ χόρευαν πάνω σε δυο ψησταριές στον εξωτερικό χώρο. Στο αλώνι που υπήρχε στο χώρο, κάθε Κυριακή, έστηναν χορό τα κορίτσια ενώ στις Απόκριες έκαιγαν και κέδρους(τοπικό αποκριάτικο έθιμο που συναντάται μέχρι και σήμερα σε πολλά χωριά των Ιωαννίνων). Μέσα, οι πελάτες αλώνιζαν με σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο ενώ το γραμμόφωνο δε σταμάταγε να παίζει δίσκους – μέχρι τη στιγμή που κατά λάθος το πήραν οι Αθίγγανοι λέει ο μπάρμπα-Χρήστος. Θυμάται ακόμα πως το ραδιόφωνο τους δούλευε με μπαταρία, προτού ακόμα φτάσει το ηλεκτρικό στην επαρχία.

καφενείο ΔροσοπηγήςΣωστό σούπερ-μάρκετ της εποχής του, το μαγαζί πωλούσε τα πάντα: χαλιά, ρούχα, υφάσματα,  παπούτσια,  βίδες, γαλότσες, ανταλλακτικά, μαναβικά και ακόμα και γλυκά που ‘φέρναν απ’ την Κόνιτσα. Όλοι έτρεχαν να προλάβουν όταν έφταναν τα νέα εμπορεύματα με τα τρία μουλάρια που είχε το ζεύγος της ιστορίας μας, εκτός από ένα ζευγάρι βόδια και τ’άλλα τους ζώα.  Έξι- εφτά ήταν οι χωροφύλακες και 750 κάτοικοι ήταν ο πληθυσμός του χωριού τότε, εκ των οποίων οι 150 μαθητές.

Όμως, από το 1970, ο κόσμος άρχισε να εγκαταλείπει τη Δροσοπηγή. Παρ’ όλα αυτά, από τα τρία παρόμοια μαγαζιά που είχε στο χωριό, μόνο αυτό του μπάρμπα-Χρήστου και της κυρά-Μόρφως δεν έκλεισε. Τώρα πιά, το ζευγάρι κλείνει τις θύρες του παντοπωλείου του για τρεις με τέσσερις μήνες κάθε χειμώνα, για να ξεκουραστούν λιγάκι.

Από τα τρία καζάνια που λειτουργούν ακόμα στο χωριό, κάθε φθινόπωρο την περίοδο της απόσταξης, στο ένα βράζει το ξακουστό τσίπουρο του μπάρμπα – Χρήστου που κάποτε έβραζε με ξύλα αλλά σήμερα πια με φυσικό αέριο.

Ο μπάρμπα-Χρήστος βέβαια δεν ακούει καλά πια παρ’όλα αυτά δε σταματάει να κερνάει τους πελάτες του, που όλη την ώρα επαναλαμβάνουν «βάλε λίγο ακόμα ρε», με τις οκάδες. Στην αρχή ρωτάει ποιός οδηγεί, και συνεχίζει: «άμα οδηγεί αυτός, εσύ πιέ» και γεμίζει τα ποτήρια. Στο τέλος, σερβίρει αραιωμένο στον εαυτό του και σκέτο στον οδηγό.

Στα άδεια πια 100, 200 και 500 οκάδων βαρέλια, τα κάδια όπως ονομάζονται, φύλαγε το κρασί που έβγαζε. Βάζει μεζέ: ντομάτα, αγγούρι, ελιές, σαλάμι, κολοκύθι, τυρί και τρώει ο ίδιος τα περισσότερα. Θέλει παρέα όμως στο φαΐ και επαναλαμβάνει: «πάρε κανά μεζέ ρε» και άμα τελειώσει κι ο μεζές ρωτάει για στραγάλια. Θέλει να ‘χει τα πάντα στο μαγαζί στραγάλια, έχει μανία. Τα πιάτα τα πλένει ακόμα στο χέρι, αλλά τα πόδια του τον δυσκολεύουν. Ο κόσμος το καταλαβαίνει και τον διευκολύνει στο σέρβις ενώ φροντίζει να συχνάζει και στ’ άλλα μαγαζιά.

ΔροσοπηγήΟ μπάρμπα – Χρήστος παρακολουθεί τούρκικα σήριαλ από μια ασπρόμαυρη τηλεόραση επειδή, όπως λέει, δεν υπάρχουν πια ελληνικά έργα. Νομίζει ότι θα τον δείξει η τηλεόραση κάθε φορά που τον φωτογραφίζουν, αλλά δεν παραλείπει μετά ζητάει τις φωτογραφίες με το ταχυδρομείο. Εξομολογείται ότι το χειμώνα γράφει ιστορίες για τον έρωτα και το γάμο του, νομίζοντας ότι η συνομιλία δεν καταγράφεται. Παρατηρεί από μόνος του ωστόσο ότι θα ‘πρεπε να ‘χαμε μια κασέτα να τα γράψουμε αυτά που λέει.

Στην ταμπέλα του καφεπαντοπωλείου είναι πάντα γραμμένο το όνομα της «Ευμορφίας». Η όμορφη γριά δεν είναι καθόλου τεμπέλα. Έχει ένα στρέμμα κήπο που καλλιεργεί λαχανικά: Πατάτες, κρεμμύδια, μαϊντανός, σέλινο, πιπεριές, ντομάτες, κολοκύθια βγαίνουν από ‘κει με μόνη παρέμβαση του τη λίγη κοπριά που τους βάζει, καθόλου «φάρμακα». Εκεί τρέχει η κυρά-Μόρφω όποτε αισθάνεται δυσφορία, ανήσυχη λόγω της ανακοπής καρδιάς που είχε υποστεί παλιότερα. Έχει πάθει και τύφο, όπου έκανε 60 μέρες να φάει και της έπεσαν τα μαλλιά.

Η κυρά-Μόρφω ασχολήθηκε με τα μάλλινα όταν ήταν σε σχολή για μοδίστρες στην Πυρσόγιαννη (γειτονικό χωριό), κι’ όπως λέει, ακόμα «έχει πολλά ράμματα για τη γούνα του άντρα της», κι αυτό επειδή, αν δεν τον παντρευόταν, θα αποφοιτούσε και θα έμενε στην Κόνιτσα που είχε και συγκοινωνία. Θα έχανε όμως ένα τόσο καλό σύζυγο, τον οποίο σίγουρα δε θα αντάλλαζε με λεωφορείο! Φαίνεται ότι η κυρά του μαγαζιού κατέχει κι από μετεωρολογία, αφού όπως λέει συχνά «άμα πιάσει βροχή δε σταματάει»

Δροσοπηγή

Η κυρα-Μόρφω παντρεύτηκε επειδή οι γονείς της ήθελαν το γάμο. Λέει ότι τότε «ήταν καλύτερα» αφού οι γυναίκες δε χώριζαν ακόμα και ξύλο να ‘τρωγαν, επειδή δεν είχαν πορτοφόλι . Η κυρά-Μόρφω αποκαλούσε το θείο της «πατέρα», μια και ο δικός της έλειπε στην Αμερική. Όταν έλειπε η ίδια στα χωράφια της, σκέπαζε το φαϊ που είχε μαζί της με το μαντήλι γιατί είχε σκνίπες. Για να φάει, έπαιρνε με τη χούφτα από κάτω, αλλιώς σίγουρα θα ‘τρωγε κινέζικο. Η ίδια δηλώνει άνθρωπος που αγαπά τον σεβασμό κι ότι ήπιε καφέ για πρώτη φορά δυο-τρία χρόνια μετά το γάμο της  «επειδή είχε σέβας». Θυμάται ακόμα πως οι γυναίκες της εποχής της ντρέπονταν να πάρουν κρέας απ’ το πιάτο στο σοφρά καθώς και να πιούνε κρασί, γι’ αυτό το έκρυβαν σε ξύλινα βαρελάκια και το πίναν κρυφά. «Τώρα τα ζευγάρια το θέμα το βλέπουν ίσα, αλλά όχι ίσια». Το βλέπουν στραβά.

Τοποθεσία: Η Δροσοπηγή βρίσκεται στα Μαστοροχώρια Ηπείρου και ανήκει στο Δήμο Κόνιτσας. Η πρόσβαση γίνεται εύκολα πλέον μέσω Γρεβενών, ακολουθώντας το νέο επαρχιακό δίκτυο για Επταχώρι-Κόνιτσα. Η απόσταση από Αθήνα ειναι 480 χμ. και από Θεσσαλονίκη 250χμ.

 

About The Author

Photographer

Number of Entries : 12

Leave a Comment

© 2012 - 2013 Greek Land Traveller - All rights reserved

Scroll to top